Με αφορμή τις πτώσεις δέντρων που καταγράφηκαν στην Αλεξανδρούπολη μετά το χθεσινό μπουρίνι, ο δασικός Κώστας Κουζούκος, σε σχετική του ανάρτηση, εξηγεί γιατί οι ζημιές εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένα είδη και όχι σε άλλα.
Όπως επισημαίνει, τα δέντρα που επλήγησαν ήταν κυρίως ακακίες στην παραλιακή ζώνη, λεύκες στο κάμπινγκ και κυπαρίσσια, κυρίως τύπου αριζόνας, ενώ αντίθετα πλατάνια στον Φάρο, δρύες στην παραλία και μουριές παρέμειναν ανέπαφα.
Στο Πάρκο Προσκόπων, στα πεύκα σημειώθηκαν μόνο σπασίματα κλαδιών και όχι ξεριζώματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το φαινόμενο ήταν αναμενόμενο για όσους γνωρίζουν τη συμπεριφορά των δέντρων, καθώς οι ακακίες διαθέτουν επιφανειακό ριζικό σύστημα και σε συνδυασμό με το μαλακωμένο έδαφος από τις βροχές και τους ισχυρούς ανέμους ξεριζώνονται εύκολα, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται συχνά λόγω της ταχείας ανάπτυξής τους και της ικανότητάς τους να συγκρατούν το έδαφος.
Οι λεύκες, όπως αναφέρει, έχουν μέτριο ριζικό σύστημα, μαλακό ξύλο και περιορισμένο χρόνο ζωής, περίπου 30 με 40 χρόνια, με τις συγκεκριμένες του κάμπινγκ να ξεπερνούν αυτή την ηλικία, γεγονός που καθιστούσε τις ζημιές σχεδόν βέβαιες. Αντίστοιχα, τα ξενικά κυπαρίσσια, όπως τα αριζόνας, λόγω των επιπόλαιων ριζών τους, είναι ευάλωτα σε δυνατούς ανέμους.
Ο κ. Κουζούκος τονίζει ότι μια πιο ανθεκτική επιλογή για αστικό και περιαστικό πράσινο θα ήταν δέντρα με βαθύ ριζικό σύστημα, όπως δρύες, πλατάνια, κουκουναριές και μουριές, επισημαίνοντας ωστόσο πως απαιτείται υπομονή, καθώς χρειάζονται δεκαετίες για να δώσουν ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Για τους φοίνικες, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι κόπηκαν πολύ εύκολα από τον αέρα. Τέλος, υπογραμμίζει πως τις επόμενες ημέρες η συζήτηση για τον σχεδιασμό του πρασίνου μπορεί να ανοίξει, καθώς αυτή τη στιγμή προτεραιότητα αποτελεί η αποκατάσταση της λειτουργικότητας της πόλης.