Οι περισσότεροι συμπολίτες μας, που διασχίζουν καθημερινά τον δρόμο δίπλα στα Βρετανικά Στρατιωτικά Κοιμητήρια της Αλεξανδρούπολης, δεν γνωρίζουν, τι ιστορία κουβαλά αυτός ο τόπος της σιωπής.
Εδώ, δεν κρύβεται απλώς ένα κομμάτι ξένης μνήμης, αλλά ένα κεφάλαιο από τη δική μας πόλη, γραμμένο με αίμα, πόνο και απώλεια. Εδώ, όπου σήμερα ακούγονται σποραδικά παιδικές φωνές από την κοντινή παιδική χαρά και το βουητό της καθημερινότητας, σβήνει κάθε ίχνος της παλιάς ταραχής, κάποτε έφταναν καραβάνια πολέμου και θρήνου. Κι όμως, οι περισσότεροι περνούν δίπλα, αδιάφοροι, αγνοώντας πως λίγα βήματα από τα σπίτια τους αναπαύονται άνθρωποι που έπεσαν σε ξένη γη, μα γράφτηκαν στη μνήμη του ίδιου τόπου.
Η ιστορία του κοιμητηρίου ξεκινά το 1918, όταν η πόλη ονομαζόταν ακόμη Δεδεαγάτς και βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή. Μετά την ανακωχή και την έλευση των Συμμαχικών δυνάμεων, οι Βρετανοί έθαψαν εκεί τους στρατιώτες τους που είχαν χάσει τη ζωή τους σε επιχειρήσεις ή από ασθένειες. Ήταν μια εποχή μεγάλων ανατροπών. Η Θράκη άλλαζε χέρια και μαζί της έφερνε και το στίγμα του πολέμου.
Με τα χρόνια, μεταφέρθηκαν στο κοιμητήριο και άλλες σοροί από πρόχειρους τάφους στη Μακεδονία και την Καβάλα. Σήμερα, σύμφωνα με τα αρχεία της Commonwealth War Graves Commission, βρίσκονται θαμμένοι εκεί 64 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας, δύο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και 16 άλλοι νεκροί διαφορετικών εθνικοτήτων, ανάμεσά τους και Σέρβοι πολίτες.
Αυτό το νεκροταφείο δεν είναι απλώς ένα κομμάτι ξένης ιστορίας. Είναι μια υπενθύμιση ότι και η πόλη μας βρέθηκε στο επίκεντρο παγκόσμιων αναταραχών. Μας συνδέει με μια δύσκολη εποχή, αλλά και με την ανάγκη να κρατάμε ζωντανή τη μνήμη.
Για τους κατοίκους, ωστόσο, μένει μια σχεδόν άγνωστη σελίδα. Πόσοι κάτοικοι γνωρίζουν ότι λίγο μακριά από το σπίτι τους, αναπαύονται νέοι άνθρωποι, που χάθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα τους;
Η τοπική κοινωνία έχει ευθύνη να μην αφήσει αυτά τα μνημεία να σκονιστούν στη λήθη. Όχι μόνο από σεβασμό στους νεκρούς, αλλά κυρίως για να θυμούνται οι ζωντανοί.