Πάει και το τελευταίο ταχυδρομικό περιστέρι. Τώρα αν θέλουμε να στείλουμε γράμμα, θα πρέπει να δέσουμε το φάκελο στην ουρά μου και να ελπίζουμε να φυσάει προς Αλεξανδρούπολη.
Το κράτος, αυτό το υπέροχο πλάσμα με τα πολλά κεφάλια και την κακή μνήμη, αποφάσισε λέει, πως δεν χρειάζονται πια τα υποκαταστήματα. Το ίδιο έγινε και με την Εθνική Τράπεζα. Ένα ένα τα μαγαζιά, σαν κεριά που σβήνουν σε σπίτι που το ξέχασαν οι άνθρωποι. Και μετά σου λένε «ΕΒΡΟΣ ΜΕΤΑ». Μετά από τι; Μετά από όλους εμάς που θα έχουμε φύγει;
Προσπαθώ να φανταστώ το μέλλον. Ένας Δήμος χωρίς τράπεζα, χωρίς ΕΛΤΑ, χωρίς υπηρεσίες. Μόνο μια πινακίδα στην είσοδο που θα γράφει «Καλωσορίσατε στον Σουφλί, Wi-Fi σύντομα διαθέσιμο». Γιατί εδώ όλα είναι «σύντομα διαθέσιμα», μόνο που αυτό το «σύντομα» κρατάει δεκαετίες.
Και μετά σε ρωτούν γιατί φεύγουν οι νέοι. Γιατί να μείνουν; Για να κάνουν τα ραντεβού τους με το δημόσιο στο Κιλκίς; Για να πληρώνουν ταχυδρομικά με ταξί; Ή μήπως για να στήσουν επιχείρηση σ’ έναν τόπο, όπου κάθε μήνα κλείνει κι ένα ακόμα γραφείο;
Εγώ πάντως βλέπω τα πράγματα απλά. Αν θες να κρατήσεις μια περιοχή ζωντανή, δεν της κόβεις το οξυγόνο. Της δίνεις λόγους να αναπνεύσει. Αλλά το κράτος μας προτιμά να κρατάει την αναπνοή του μέχρι να λιποθυμήσουμε εμείς πρώτοι.
Κι έτσι, όσο οι άνθρωποι παλεύουν με τα χαρτιά τους και τις αποστάσεις, εγώ θα συνεχίσω να κάθομαι εδώ πάνω στα κεραμίδια, να γλείφω τη γούνα μου και να σκέφτομαι πως, τελικά δεν είναι οι πυρκαγιές που καίνε τον τόπο. Είναι η αδιαφορία που τον κάνει στάχτη σιγά σιγά..
Η Γάτα του Έβρου