Καιρός ήταν να μπει ένα φρένο στην ανεξέλεγκτη παρουσία των κληρικών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όχι, βέβαια, επειδή ένας μητροπολίτης τραγούδησε το «Στο ’πα και στο ξαναλέω». Το τραγούδι δεν είναι το πρόβλημα. Η επιλεκτική ηθικολογία είναι.
Θυμάμαι τον μακαριστό Άνθιμο Αλεξανδρουπόλεως, όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα κινητά τηλέφωνα, να τα χαρακτηρίζει περίπου «σατανικά εργαλεία». Η τεχνολογία, βλέπετε ήταν ύποπτη, επικίνδυνη και ενδεχομένως έργο του διαβόλου.
Μόνο που, δυο μήνες αργότερα, ο ίδιος κυκλοφορούσε με δύο κινητά: ένα στο δεξί αφτί κι ένα στο αριστερό!
Τώρα, σειρά έχουν τα social media. Πλατφόρμες που για ορισμένους αντιμετωπίζονταν ως άντρα της ματαιοδοξίας, της έκθεσης και του πειρασμού, αλλά μπορούν κάλλιστα να μετατραπούν σε εργαλεία ποιμαντικής, όταν προσφέρουν προβολή και πρόσβαση σε χιλιάδες ανθρώπους.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στις δέκα «εντολές» της Ιεράς Συνόδου για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μόνο που το ερώτημα δεν είναι αν ένας κληρικός δικαιούται να έχει κινητό, να χρησιμοποιεί το Facebook ή να ανεβάζει ένα βίντεο. Φυσικά και δικαιούται.
Το ερώτημα είναι γιατί όσα χθες βαφτίζονταν «σατανικά» σήμερα βαφτίζονται «εργαλεία ποιμαντικής», ανάλογα με το ποιος τα χρησιμοποιεί και πόσο τον εξυπηρετούν.
Αν τα social media είναι επικίνδυνα, είναι επικίνδυνα για όλους. Αν είναι χρήσιμα, είναι χρήσιμα και για τους κληρικούς. Δεν γίνεται να καταγγέλλουμε το μέσο όταν δεν το ελέγχουμε και να το ευλογούμε όταν μας εξασφαλίζει ακροατήριο.
Και κάτι ακόμη: η σοβαρότητα ενός εκκλησιαστικού προσώπου δεν κρίνεται από το αν τραγουδά, αν χαμογελά ή αν εμφανίζεται σε ένα βίντεο. Κρίνεται από τη συνέπεια ανάμεσα σε όσα διδάσκει και σε όσα πράττει.
Γιατί τελικά, ο διάβολος μπορεί να κρύβεται στις λεπτομέρειες. Αλλά η υποκρισία δεν χρειάζεται ούτε Wi-Fi ούτε κωδικό πρόσβασης.