Έντονο ενδιαφέρον αλλά και αισθητή επιφυλακτικότητα προκάλεσε στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης της Αδριανούπολης το επίσημο αίτημα της Ένωσης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Νέας Ορεστιάδας και Περιφέρειας (ΕΕΒΟΠ) προς τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η πρόταση για εφαρμογή ειδικής άδειας τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στη βάση του ευρωπαϊκού κανονισμού 1931/2006, η οποία θα επιτρέπει σε Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται τον Δήμο Ορεστιάδας χωρίς την απαίτηση βίζας Σένγκεν, μετατράπηκε γρήγορα σε κεντρικό θέμα συζήτησης.
Ανάμεικτες είναι οι αντιδράσεις των κατοίκων της γειτονικής χώρας. Στα σχόλια που συνοδεύουν τις σχετικές ειδήσεις συνυπάρχουν η αισιοδοξία για ευκολότερα ταξίδια, η δυσπιστία απέναντι στις διακηρύξεις, αλλά και η ειρωνεία.
«Ψέματα», σημειώνουν με καχυποψία ορισμένοι αναγνώστες, ενώ άλλοι εκφράζουν ανοιχτά την απογοήτευσή τους για τη γραφειοκρατία: «35 χρόνια το συζητούν, πλέον δεν πιστεύουμε». Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση πολίτη που υπενθυμίζει ότι άκουγε παρόμοιες εξαγγελίες ήδη από το 1995, όταν φοιτούσε στο λύκειο στο Ενέζ. Η διαρκής ανακύκλωση των ίδιων υποσχέσεων έχει καλλιεργήσει βαθιά επιφυλακτικότητα σε σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης.
Στον αντίποδα, δεν λείπει η θετική αποτίμηση της πρωτοβουλίας. «Πολύ καλή εξέλιξη. Θα πρέπει να εφαρμοστεί σε ολόκληρη τη Θράκη», αναφέρει ένας αναγνώστης, ενώ άλλος θέτει το ζήτημα της αμοιβαιότητας: «Εκείνοι έρχονται, γιατί να μην μπορούμε να πηγαίνουμε κι εμείς;». Για πολλούς, η διευκόλυνση της μετακίνησης συνιστά ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, του τουρισμού και των κοινωνικών επαφών μεταξύ των δύο πλευρών.
Η συζήτηση προσλαμβάνει και χιουμοριστικές διαστάσεις. «Τότε όλη η Τουρκία θα μετακομίσει στην Αδριανούπολη», σχολιάζει χαριτολογώντας ένας χρήστης, ενώ άλλοι αναλογίζονται τις επιπτώσεις στα συνοριακά περάσματα και την πιθανή ταλαιπωρία τα Σαββατοκύριακα λόγω αυξημένης κίνησης. Παράλληλα, διατυπώνονται αιτήματα επέκτασης του μέτρου και σε γειτονικές περιοχές, όπως το Τεκίρνταγ και το Κιρκλαρελί.
Παράλληλα, εκφράζονται προβληματισμοί για τις πρακτικές λεπτομέρειες της εφαρμογής, το κόστος των μετακινήσεων και τη συνολική ταλαιπωρία της διαδικασίας. Το κλίμα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η προοπτική της βίζας-εξπρές γεννά προσδοκίες, χωρίς όμως να προκαλεί άκριτο ενθουσιασμό, καθώς η αμφιβολία για την τελική της υλοποίηση παραμένει κυρίαρχη.