του Δημήτρη Μερκούρη
Στις αρχές του 20ού αιώνα, την εποχή που η Αλεξανδρούπολη ήταν ακόμα γνωστή ως Δεδεαγάτς και βρισκόταν υπό οθωμανική διοίκηση, η ελληνική ομογένεια της περιοχής έδινε καθημερινούς αγώνες επιβίωσης, διατηρώντας παράλληλα ζωντανό το εθνικό, πνευματικό και πατριωτικό φρόνημα. Ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες εκείνης της εποχής ξεχώριζε ο ιατρός Αλέξανδρος Κρήτης, ένας άνθρωπος του οποίου η πολυδιάστατη δράση και η γενναιοδωρία άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην τοπική ιστορία.
Ο Αλέξανδρος Κρήτης δεν περιοριζόταν μόνο στα ιατρικά του καθήκοντα στο Δεδεαγάτς. Διαδραματίζοντας κεντρικό ρόλο στην κοινωνική ζωή της εποχής, υπηρέτησε παράλληλα και ως υποπρόξενος της Ρωσίας, μια θέση ευθύνης που του επέτρεπε να προστατεύει και να στηρίζει τους κατοίκους της περιοχής.
Πέρα όμως από διπλωμάτης και γιατρός, υπήρξε ένας βαθύς λάτρης της γνώσης και των γραμμάτων. Όπως χαρακτηριστικά μας μεταφέρουν οι μαρτυρίες, ο φίλος του και Οθωμανός διοικητής της περιοχής μοιραζόταν μαζί του αυτό το όραμα, με αποτέλεσμα ο Αλέξανδρος Κρήτης —με δική του πρωτοβουλία— να φέρει στο Δεδεαγάτς εκατοντάδες βιβλία, δημιουργώντας έναν ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό σε μια απομακρυσμένη και δύσκολη εποχή.

Στην κατοχή του ο Κρήτης διέθετε μια αξιόλογη ακίνητη περιουσία: μια διώροφη οικία με κήπο, θερμοκήπιο και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, συνολικής έκτασης 600 τετραγωνικών μέτρων, η αξία της οποίας ανερχόταν τότε στις 1.500 λίρες.
Ως γιατρός και Έλληνας αποφάσισε να προχωρήσει σε μια πράξη τεράστιας αυτοθυσίας: να δωρίσει ολόκληρη την περιουσία —που αποτελούσε και το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο— στο Ελληνικό Κράτος.
Πίσω από κάθε μεγάλη πράξη υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία. Ο Αλέξανδρος Κρήτης ήταν παντρεμένος με μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Συνειδητοποιώντας ότι, μετά τον δικό του θάνατο, η σύζυγός του θα έμεινε χωρίς πόρους επιβίωσης, φρόντισε να θέσει έναν δίκαιο όρο στη σύμβαση της δωρεάς.
Όπως προκύπτει από την (…), θεσμοθετήθηκε το εξής:
Μετά τον θάνατο του δωρητή, το Ελληνικό Κράτος ανέλαμβανε την υποχρέωση να χορηγεί στην επιζήσασα σύζυγό του μηνιαία επιχορήγηση δέκα λιρών μέχρι το τέλος της ζωής της.
Η διεκπεραίωση της δωρεάς συνάντησε τα γραφειοκρατικά εμπόδια της εποχής, καθώς ο τουρκικός νόμος δεν επέτρεπε την απευθείας μεταγραφή τίτλων σε «ηθικά πρόσωπα» όπως το Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι, η δωρεά μεταβιβάστηκε αρχικά στον Δικαστικό Σύμβουλο Χρήστο Π.., ο οποίος με τη σειρά του την απέδωσε στο Δημόσιο (…).
Η προσφορά του Αλέξανδρου Κρήτη παραμένει ανεξίτηλη. Στη θέση ακριβώς εκείνου του ιστορικού οικοπέδου και της οικίας του στο Δεδεαγάτς, στεγάστηκε το κτίριο της Παλιάς Νομαρχίας και σήμερα (Νομαρχείο) Αλεξανδρούπολης.
Ως ελάχιστος φόρος τιμής στον γιατρό, υποπρόξενο και άνθρωπο των γραμμάτων, η κεντρική αίθουσα εκδηλώσεων και διαλέξεων μέσα στο κτίριο του Νομαρχείου φέρει σήμερα περήφανα το όνομά του: Αίθουσα «Αλέξανδρος Κρήτης».
Ωστόσο, η τοπική κοινωνία και ο Δήμος Αλεξανδρούπολης έχουν ακόμη χρέος απέναντι στην ιστορική αυτή μορφή. Η μνήμη ενός ανθρώπου που έδωσε τα πάντα για τον τόπο και τους συμπολίτες του δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ονομασία μιας εσωτερικής αίθουσας. Θα ήταν μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης και ευγνωμοσύνης η τοποθέτηση μιας ειδικής τιμητικής πλακέτας (με περισσότερες πληροφορίες για τον Αλέξανδρο Κρήτη) στην είσοδο του κτιρίου, ή ακόμα και η ονοματοδοσία ενός δρόμου της πόλης, ώστε οι επόμενες γενιές να μαθαίνουν ποιος ήταν ο γιατρός Αλέξανδρος Κρήτης και τι θυσίασε για το Δεδεαγάτς.
Υ.Γ. (Μια κρίσιμη ιστορική και ιδεολογική λεπτομέρεια):
Αξίζει να σταθεί κανείς στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος Κρήτης δεν επέλεξε τυχαία το Ελληνικό Κράτος αντί της τοπικής Εκκλησίας για να αφήσει την περιουσία του. Ως άνθρωπος των γραμμάτων, βαθύς γνώστης του ελληνικού πολιτισμού και συνδρομητής στο πρωτοπόρο πνευματικό περιοδικό «Αλύμπια» (1896), κινούταν ιδεολογικά σε μια τροχιά διαφωτισμού και προόδου. Η απόφασή του να παρακάμψει την Εκκλησία του Δεδεαγάτς —παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε εύκολα να τη χρησιμοποιήσει για τη διαχείριση της περιουσίας του και την προστασία της συζύγου του— φανερώνει μια βαθύτερη στάση: έδειξε έμπρακτη δυσπιστία προς τον παραδοσιακό εκκλησιαστικό μηχανισμό, προκρίνοντας τους θεσμούς ενός σύγχρονου, κοσμικού κράτους. Η κίνηση αυτή δεν ήταν απλώς μια πράξη εθνικής προσφοράς, αλλά αντικατόπτριο του οράματός του για μια Ελλάδα απελευθερωμένη από δογματικούς περιορισμούς, θεμελιωμένη στην επιστήμη, την παιδεία και τα γράμματα, αναδεικνύοντάς τον σε έναν αληθινό, προοδευτικό μπροστάρη των ακριτικών περιοχών.