Στη Δικαιοσύνη προσφεύγουν έξι περιβαλλοντικές οργανώσεις για τη μαζική δηλητηρίαση άγριας ζωής στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου στον Έβρο, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα μαυρόγυπων και 16 ακόμη άγριων ζώων.
Οι οργανώσεις ΑΝΙΜΑ, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης, Καλλιστώ και WWF Ελλάς κατέθεσαν μήνυση κατά παντός υπευθύνου ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, ζητώντας τη διερεύνηση της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων.
Το περιστατικό σημειώθηκε στις 11 Μαρτίου 2026, εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου, και σύμφωνα με τις οργανώσεις πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα περιστατικά μαζικής δηλητηρίασης άγριας ζωής που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι επιπτώσεις στον πληθυσμό του μαυρόγυπα στη Δαδιά, ενός είδους που ήδη αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις και προσπαθεί να ανακάμψει μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές στην περιοχή.
Ο απολογισμός είναι βαρύς: εννέα μαυρόγυπες, τέσσερις γερακίνες, τέσσερις κόρακες, ένας λύκος, πέντε αλεπούδες και δύο κουνάβια εντοπίστηκαν νεκρά. Παράλληλα, τρεις μαυρόγυπες βρέθηκαν ζωντανοί και παρουσίαζαν συμπτώματα δηλητηρίασης, έχοντας εντοπιστεί εγκαίρως.
.webp)
Το περιστατικό καταγράφηκε κατά την αναπαραγωγική περίοδο του μαυρόγυπα, λίγες μόλις ημέρες μετά το επιτυχές φώλιασμα ζευγαριών σε τεχνητές φωλιές που έχει εγκαταστήσει ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.) στο Εθνικό Πάρκο. Οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται στις προσπάθειες διατήρησης του πληθυσμού του είδους, ιδιαίτερα μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2023.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι η παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα για την άγρια πανίδα της περιοχής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν, την περίοδο 1995-2025 έχουν εντοπιστεί 33 δηλητηριασμένοι μαυρόγυπες στη Θράκη, εκ των οποίων οι 22 εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου.
Οι πραγματικές επιπτώσεις του τελευταίου περιστατικού στον πληθυσμό του προστατευόμενου είδους δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί πλήρως. Οι οργανώσεις υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι η απώλεια τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων σε έναν περιορισμένο πληθυσμό μπορεί να ανατρέψει πολυετείς προσπάθειες προστασίας του είδους, ενώ παράλληλα συνεπάγεται σημαντικό οικονομικό κόστος για την Πολιτεία.
.webp)
Στη μήνυσή τους οι οργανώσεις ζητούν να διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες του περιστατικού και να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι. Παραθέτουν, μεταξύ άλλων, τα ευρήματα των Ειδικών Ομάδων Ανίχνευσης Δηλητηριασμένων Δολωμάτων της Εταιρείας Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης, των Μονάδων Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Νέστου-Βιστωνίδας και Ροδόπης και Κεντρικής Μακεδονίας του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., καθώς και των 2ου Κυνηγετικού Συλλόγου Ορεστιάδας και Κυνηγετικού Συλλόγου Σουφλίου.
Στην επιχείρηση εντοπισμού και διαχείρισης του περιστατικού συμμετείχαν επίσης αρμόδιοι υπάλληλοι του Δασαρχείου, της Μονάδας Διαχείρισης των Εθνικών Πάρκων Δέλτα Έβρου και Δαδιάς, της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας, της Περιφέρειας και της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας και Θράκης (ΚΟΜΑΘ). Σύμφωνα με τις οργανώσεις, οι ενέργειες στο πεδίο πραγματοποιήθηκαν βάσει των εγκεκριμένων πρωτοκόλλων.
Η δηλητηρίαση προστατευόμενων ειδών της άγριας πανίδας αποτελεί πλέον κακούργημα και τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη και χρηματική ποινή. Ωστόσο, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα της διερεύνησης αντίστοιχων περιστατικών στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η πλειονότητα των καταγεγραμμένων περιστατικών παραμένει ανεξιχνίαστη.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεσματικής αντιμετώπισης επικαλούνται αντίστοιχη υπόθεση στη Βουλγαρία, όπου η δηλητηρίαση οκτώ γυπών, στις 18 Αυγούστου, εξιχνιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Σύμφωνα με τις οργανώσεις, μετά την κινητοποίηση ειδικής ομάδας ανίχνευσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, της Αστυνομίας και της τοπικής Εισαγγελίας, ολοκληρώθηκαν οι νεκροψίες και οι τοξικολογικές εξετάσεις και συνελήφθη ο φερόμενος ως δράστης, ο οποίος ομολόγησε.
Οι οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η υπόθεση της Βουλγαρίας καταδεικνύει πως η αποτελεσματική κινητοποίηση των αρμόδιων αρχών μπορεί να οδηγήσει στην εξιχνίαση και την τιμωρία εγκλημάτων κατά της άγριας πανίδας. Παράλληλα, επικαλούνται το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου η συστηματική διερεύνηση, δίωξη και τιμωρία αντίστοιχων περιστατικών έχει συμβάλει στη μείωση της χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων.
Η μήνυση αποτελεί πλέον το επόμενο βήμα στην προσπάθεια να διερευνηθεί η υπόθεση στη Δαδιά και να αποδοθούν ευθύνες, εφόσον προκύψουν από την έρευνα των αρμόδιων αρχών.
Η Ομάδα Εργασίας Ενάντια στα Δηλητηριασμένα Δολώματα
Η Ομάδα Εργασίας Ενάντια στα Δηλητηριασμένα Δολώματα συστάθηκε το 2012 με στόχο την αντιμετώπιση των θανατώσεων άγριας πανίδας από τη χρήση και διασπορά δηλητηριασμένων δολωμάτων.
Στην ομάδα συμμετέχουν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρκτούρος, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης, Καλλιστώ και WWF Ελλάς, ο Σύλλογος Περίθαλψης Άγριας Ζωής ΑΝΙΜΑ, καθώς και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Βασικός στόχος της είναι η προώθηση θεσμικών αλλαγών και προτάσεων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, καθώς και η ανάδειξη του προβλήματος σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο.