Η ελευθερία του λόγου αποτελεί το οξυγόνο της δημοκρατίας, όμως η κατάχρησή της ως άλλοθι για προσωπικές επιθέσεις την καθιστά αυτοκαταστροφική.
Η σημερινή (15/05/2026) πρωτόδικη καταδίκη τοπικού δημοσιογράφου σε 16 μήνες φυλάκιση με αναστολή και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για συκοφαντική δυσφήμηση πολιτικού προσώπου, επαναφέρει με τον πιο εμφατικό τρόπο τη συζήτηση για τα όρια του λειτουργήματος.
Ως «Γάτα», η θέση μας είναι πάγια.
Τασσόμαστε αυτονόητα κατά των διώξεων εις βάρος δημοσιογράφων όταν αυτές χρησιμοποιούνται ως μέσο φίμωσης της κριτικής.
Ωστόσο, η αλληλεγγύη στον κλάδο δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για πρακτικές που παραβιάζουν τον κώδικα δεοντολογίας. Ο κάθε δημοσιογράφος οφείλει να ερευνά, να διασταυρώνει και να τεκμηριώνει με αξιόπιστες πηγές κάθε του λέξη.
Όταν η δημοσιογραφική κριτική απομακρύνεται από την τεκμηρίωση και διολισθαίνει σε προσωπικές επιθέσεις, τότε το ίδιο το λειτούργημα τραυματίζεται και τότε η δικαστική εμπλοκή καθίσταται μια πιθανή συνέπεια της υπέρβασης των ορίων της δεοντολογίας.
Η ελευθερία του λόγου δεν αποτελεί λευκή επιταγή για ανεύθυνες συμπεριφορές. Η αξιοπιστία, η τεκμηρίωση και η αντικειμενικότητα είναι τα βασικά εχέγγυα που θωρακίζουν έναν λειτουργό του Τύπου απέναντι σε δικαστικές εμπλοκές. Όσοι επιλέγουν να αγνοούν αυτούς τους κανόνες δεν πλήττουν μόνο τη δική τους αξιοπιστία, αλλά και το κύρος της δημοσιογραφίας συνολικά.
Η δημοσιογραφία υπερασπίζεται τον εαυτό της μόνο όταν σέβεται την αποστολή της. Διαφορετικά, οι δικαστικές αίθουσες θα συνεχίσουν να αποτελούν πεδίο όπου δοκιμάζονται τα όρια της δεοντολογίας και της ευθύνης του δημόσιου λόγου.