Στην Αλεξανδρούπολη υπάρχουν κάτι αποθήκες…Όχι ό,τι κι ό,τι.
Αποθήκες που χτίστηκαν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από ευρωπαίους σιδηροδρομικούς, τότε που η πόλη δεν λεγόταν καν “Αλεξανδρούπολη” και οι ράγες έφερναν πολιτισμό πριν φτάσουν καν οι δήμαρχοι.
Αυτές οι αποθήκες, που άντεξαν αυτοκρατορίες, πολέμους, πρωτόκολλα, αλλαγές συνόρων, ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωπες με κάτι που δεν περίμεναν ποτέ: την έμπνευση του σημερινού δημάρχου.
Ο δήμαρχος, αφού δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να διαβάσει έστω μια παράγραφο ιστορίας, αποφάσισε πως οι αποθήκες χρειάζονται ονόματα. Όχι όμως ονόματα ιστορικά, όχι ανθρώπους που συνέδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο, όχι πρόσωπα που σημάδεψαν την εποχή τους…
Όχι. Είπε να βάλει τα ονόματα δύο πρώην δημάρχων που είναι εν ζωή. Γιατί; Μάλλον θεώρησε πως αφού οι αποθήκες άντεξαν 150 χρόνια, αντέχουν και λίγη αυτοπροβολή παραπάνω.

Οι αποθήκες —αν μπορούσαν να μιλήσουν— πιθανότατα θα έλεγαν: «Επιβιώσαμε από Οθωμανούς, Γερμανούς, Βαλκανικούς Πολέμους, αλλά αυτό… αυτό δεν το περιμέναμε.»
Ο τρίτος πρώην δήμαρχος, για καλή μας τύχη, αρνήθηκε. Είπε το αυτονόητο:
«Το έργο μου είναι η παρακαταθήκη μου. Όχι η ταμπέλα σε έναν τοίχο.» Και είχε δίκιο. Όποιος δεν άφησε τίποτα πίσω του, μόνο με ταμπέλες μπορεί να σωθεί — κι αυτό προσωρινά. Γιατί η αλήθεια είναι απλή: Τα ονόματα των δημάρχων ξεχνιούνται εύκολα. Όπως ξεχάστηκαν τόσοι και τόσοι που δεν πρόσφεραν τίποτα. Όπως ξεχνιούνται υποσχέσεις, έργα, ημερομηνίες…και, δυστυχώς, η Ιστορία.
Αυτό όμως που μένει είναι οι αποθήκες. Το παρελθόν τους. Η αξία τους. Και η ειρωνεία ότι, μετά από ενάμιση αιώνα ζωής, αν κάτι πρόκειται να σβηστεί στο μέλλον, δεν θα είναι οι αποθήκες. Θα είναι οι ταμπέλες του δημάρχου.
Δημήτρης Μερκούρης