Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που κατάφερε να κατασκευάσει ένα μικρό φωτεινό κουτί γεμάτο ήχους, εικόνες και κουμπιά, να το ονομάσει «κινητό» και να το τοποθετήσει σχεδόν τελετουργικά στα χέρια ενός παιδιού που ακόμα μαθαίνει να στέκεται όρθιο. Ένα τεχνολογικό θαύμα, χωρίς αμφιβολία. Μόνο που κάπου στην πορεία μπερδέψαμε το εργαλείο με την ανάγκη και την ευκολία με την ουσιαστική φροντίδα.
Αντί το παιδί να τρέξει, να πέσει, να λερωθεί, να ψάξει, να ανακαλύψει τον κόσμο με το σώμα και τις αισθήσεις του, το «ηρεμούμε» με μια οθόνη. Την ώρα που θα μπορούσε να πιάσει χώμα, να ανέβει σε ένα δέντρο, να χαζέψει μια πεταλούδα ή να παίξει κρυφτό, μαθαίνει να κυνηγάει ψηφιακά ζωάκια και να πατάει skip σε διαφημίσεις. Και κάπως έτσι, λίγο λίγο, η πραγματική εμπειρία αντικαθίσταται από μια καλοφτιαγμένη απομίμησή της σε HD.
Η εύκολη απάντηση είναι πως «έτσι είναι η εποχή». Στην πραγματικότητα όμως, η εποχή δεν πέφτει από τον ουρανό. Την καθορίζουν οι επιλογές μας. Και όταν ένα παιδί τεσσάρων ετών εξοικειώνεται με το swipe πριν μάθει να γράφει το όνομά του ή να δέσει τα κορδόνια του, κάτι λέει αυτό για τις προτεραιότητές μας. Όχι για το παιδί, αλλά για εμάς τους ίδιους.
Το κινητό είναι χρήσιμο, απαραίτητο πολλές φορές, αλλά δεν είναι παιχνίδι για νήπια ούτε υποκατάστατο παρουσίας. Η επαφή, η βαρεμάρα, το παιχνίδι χωρίς οθόνη, οι μικρές συγκρούσεις και οι συμφιλιώσεις στην αυλή είναι εκείνα που χτίζουν κοινωνικές δεξιότητες και πραγματική αυτονομία. Αν όλα αυτά αντικατασταθούν από ένα συνεχόμενο κύλισμα δαχτύλου σε γυαλί, ας μην εκπλαγούμε αργότερα όταν τα παιδιά δυσκολεύονται να κοιτάξουν τον άλλον στα μάτια.
Με τον ρυθμό που προχωράμε, δεν μοιάζει και τόσο υπερβολικό το σενάριο παιδικών χαρών με περισσότερες πρίζες από κούνιες και διαλειμμάτων γεμάτων σιωπηλά παιδιά σκυμμένα πάνω από οθόνες. Και ίσως κάποια μέρα, όταν προτείνουμε έναν περίπατο σε ένα δάσος, η πρώτη ερώτηση να μην είναι «τι ωραία, πότε φεύγουμε;», αλλά «έχει σήμα εκεί;». Αυτό δεν θα είναι τεχνολογική πρόοδος. Θα είναι μια ήσυχη, καλοκουμπωμένη ήττα μας.