Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας για οκτώ συλλήψεις σχετικές με μικροποσότητες ναρκωτικών στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη φωτίζει, χωρίς να το επιδιώκει, ένα διαχρονικό πρόβλημα.
Τη βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματική διάσταση του φαινομένου και στον τρόπο που το αντιμετωπίζει η πολιτεία. Για ακόμη μία φορά, η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στα γραμμάρια, στους αριθμούς των συσκευασιών και στις «επιτυχίες» των ελέγχων, ενώ το ουσιαστικό ζήτημα της εξάρτησης, της πρόληψης και της κοινωνικής επανένταξης μένει στη σκιά.
Η εμμονή με τις μικρές ποσότητες δείχνει περισσότερο τη δυσκολία μας να διαχειριστούμε το θέμα με ρεαλισμό παρά μια πραγματική πρόοδο στην καταπολέμηση των ναρκωτικών.
Σε μια εποχή που όλο και περισσότερες χώρες αναθεωρούν τις πολιτικές τους για την κάνναβη, επιλέγοντας τη ρύθμιση και όχι την καταστολή, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια λογική ποινικοποίησης που εξαντλεί την αυστηρότητά της στους πιο αδύναμους κρίκους της αλυσίδας.
Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν στις ανακοινώσεις, όμως δεν αλλάζουν τίποτα στο πεδίο. Οι χρήστες, συνήθως νεαροί ή κοινωνικά ευάλωτοι άνθρωποι, συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται ως παραβάτες αντί για ασθενείς ή πολίτες που χρειάζονται υποστήριξη.
Τα προγράμματα πρόληψης, οι δομές απεξάρτησης και η ενημέρωση υποχρηματοδοτούνται, ενώ η κοινωνία εξακολουθεί να αντιδρά με ηθικό πανικό σε κάθε αναφορά στη λέξη «κάνναβη».
Η ουσία είναι πως όσο η πολιτεία κυνηγάει το σύμπτωμα και όχι το αίτιο, θα γεμίζει τις ανακοινώσεις της με συλλήψεις για λίγα γραμμάρια, χωρίς να μειώνεται ουσιαστικά η διάδοση των ουσιών.
Αντί για δελτία Τύπου, αυτό που χρειάζεται είναι πολιτικές που στηρίζονται στη γνώση, στην πρόληψη και στη φροντίδα του ανθρώπου. Γιατί η μάχη κατά των ναρκωτικών δεν κερδίζεται με χειροπέδες, αλλά με κατανόηση και παιδεία.