Κάπου ανάμεσα στα χωράφια και στα υπουργικά γραφεία, η σύγκρουση μυρίζει μπαρούτι. Η κυβέρνηση μετράει ώρες και άρθρα του Ποινικού Κώδικα, οι αγρότες μετράνε καύσιμα, χρέη και υπομονή που τελειώνει.
Τετάρτη λένε θα δοθεί το «θετικό πακέτο», αλλά το θετικό μοιάζει σχετικό όταν συνοδεύεται από πρόστιμα, ανακλήσεις αδειών και αυτόφωρα. Σαν να απλώνεις ψωμί στο τραπέζι και δίπλα να ακουμπάς χειροπέδες, με το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι.
Η επίκληση της νομιμότητας ακούγεται καθαρή και ψυχρή. Εφαρμογή του νόμου, ταυτοποιημένα τρακτέρ, παρακώλυση συγκοινωνιών, ποινές με αναστολή. Όλα τακτοποιημένα σε φακέλους, όλα προβλεπόμενα.
Αυτό που δεν χωράει εύκολα στους φακέλους είναι ότι η αγροτιά δεν είναι απλώς μια ομάδα διαμαρτυρόμενων, αλλά ο σκελετός της παραγωγής. Αν αναρωτηθεί κανείς τι παράγει και τι εξάγει αυτή η χώρα, θα βρει πρώτα χώμα στα χέρια και μετά σφραγίδες. Αν σβήσει η αγροτιά, η Ελλάδα δεν θα πονέσει απλώς, θα μαραθεί.
Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι όλα επιτρέπονται. Είμαστε ξεκάθαρα ενάντια στο κλείσιμο τελωνείων, στο να στραγγαλίζεται η κοινωνία και η οικονομία στο όνομα της πίεσης. Οι δρόμοι δεν είναι λάφυρα και τα σύνορα δεν είναι διαπραγματευτικό χαρτί. Η δύναμη των αγροτών ήταν πάντα αλλού, στην αντοχή και στη στήριξη της χώρας στις δύσκολες ώρες, στους πολέμους και στις καταστροφές, τότε που δεν υπήρχαν ούτε σχέδια ούτε επικοινωνιακές γραμμές.
Αν κάτι δείχνει αυτή η ιστορία, είναι ότι η κλιμάκωση παρουσιάζεται σαν μονόδρομος επειδή κανείς δεν θέλει πραγματικά να σταματήσει και να ακούσει. Όχι με απειλές χρόνου που τελειώνει, αλλά με ειλικρίνεια για το τι αντέχει και τι δεν αντέχει αυτή η γη. Γιατί όσο κι αν αλλάζουν οι κώδικες και τα πρόστιμα, χωρίς τους ανθρώπους που τη δουλεύουν, η χώρα μένει άδεια, σαν χωράφι ακαλλιέργητο.