Οι σκηνές που ακολούθησαν, με αφορμή τον θάνατο του τρίχρονου παιδιού στην Αλεξανδρούπολη, σίγουρα δεν ανήκουν σε κοινωνία που θέλει να λέγεται οργανωμένη.
Κάποιοι γείτονες λοιπόν, αποφάσισαν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Έσπασαν, φώναξαν, κατέστρεψαν, σαν να πίστεψαν πως έτσι θα ξορκίσουν την ενοχή, πως έτσι θα τιμήσουν τη μνήμη ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να μιλήσει.
Ο παππούς, άνθρωπος που κουβαλά ήδη το βάρος μιας οικογενειακής τραγωδίας, βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Πήγε να ζητήσει τον λόγο για τις ζημιές στο σπίτι του και βρέθηκε στο έδαφος, χτυπημένος, με ζαλάδες, να νοσηλεύεται προληπτικά στη Χειρουργική Κλινική. Όχι βαριά τραυματισμένος, αλλά αρκετά για να θυμίζει πως η βία, όταν ξεκινά, σπάνια σταματά εκεί που νομίζουμε.
Όμως το ουσιαστικό πρόβλημα δεν κρύβεται στα ονόματα που θα βρεθούν, αλλά στο γιατί φτάσαμε ως εδώ.
Σε μια οικογένεια διαλυμένη, με τον πατέρα φυλακισμένο στο εξωτερικό, τη μητέρα συλληφθείσα και ένα παιδί που χάθηκε αθόρυβα, πριν καν σημάνει συναγερμός. Σε μια κοινωνία που είδε, άκουσε ίσως, αλλά δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε να παρέμβει.
Το παιδί δεν χάθηκε μόνο από υποσιτισμό, χάθηκε μέσα σε μια αλυσίδα απουσιών, θεσμικών, κοινωνικών, ανθρώπινων.
Και η οργή των ανθρώπων δεν γεννήθηκε από κακία, αλλά από φόβο και ανικανότητα. Φόβο μήπως αυτό το παιδί ήταν δίπλα τους και δεν το κατάλαβαν και από ανικανότητα να εμπιστευτούν ότι, η δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της.
Κι έτσι, αντί να ζητηθούν απαντήσεις από τους θεσμούς, ζητήθηκε αίμα από λάθος ανθρώπους.
Και μετά τον θάνατο του, ήρθαν πέτρες και γροθιές. Όμως η κοινωνική αποτυχία δεν διορθώνεται με θυμό και βία, αλλά με πρόληψη, φροντίδα και παρουσία.
Και κάπως έτσι, η πόλη συνεχίζει να κινείται, ενώ χαμηλά, κοντά στο πεζοδρόμιο, μένει μια αίσθηση βαριά. Όχι μόνο για το παιδί που χάθηκε, αλλά για όλα όσα ακολούθησαν και δεν θα έπρεπε.
Γιατί όταν η κοινωνία ξυπνά μόνο για να χτυπήσει, είναι ήδη πολύ αργά.
H Γάτα