Η 28η Ιανουαρίου επιστρέφει κάθε χρόνο σαν μια ημερομηνία φορτισμένη, όχι μόνο για την Εκκλησία αλλά και για την ίδια τη νεότερη ελληνική κοινωνία. Είναι η ημέρα μνήμης του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, ενός ανθρώπου που κατάφερε κάτι σπάνιο και σχεδόν αντιφατικό. Να αγαπηθεί με πάθος και να μισηθεί με την ίδια ένταση. Να γίνει σημείο αναφοράς, σύμβολο, αλλά και πεδίο σκληρής σύγκρουσης. Δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά τον θάνατο του, η σκιά του παραμένει παρούσα, σαν μια φωνή που άλλους τους ζεσταίνει και άλλους τους ενοχλεί.
Ο Χριστόδουλος, γεννημένος ως Χρήστος Παρασκευαΐδης το 1939 στην Ξάνθη, κουβαλούσε από νωρίς μια διπλή ταυτότητα. Νομική και Θεολογία στην Αθήνα, λόγος με δομή και ένστικτο πολιτικό, αλλά και εκκλησιαστική παιδεία βαθιά ριζωμένη στην παράδοση. Όταν εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος το 1998, σε ηλικία μόλις 59 ετών, πολλοί κατάλαβαν πως κάτι αλλάζει. Δεν έμοιαζε με τους προκατόχους του. Δεν μιλούσε σαν να απευθύνεται μόνο σε πιστούς, αλλά σαν να συνομιλεί με μια κοινωνία ανήσυχη, αντιφατική, συχνά θυμωμένη.
Αγαπήθηκε γιατί μίλησε απλά, χωρίς περιστροφές, χωρίς τον ξύλινο λόγο που είχε κουράσει. Η φράση «ελάτε όπως είστε» δεν ήταν απλώς επικοινωνιακό εύρημα. Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να ανοίξει τις πόρτες της Εκκλησίας σε ανθρώπους που ένιωθαν αποκλεισμένοι ή αδιάφοροι. Νέοι, περιθωριοποιημένοι, άνθρωποι που δεν χωρούσαν εύκολα στο αυστηρό εκκλησιαστικό πλαίσιο, είδαν σε αυτόν έναν ιεράρχη που δεν τους κουνούσε το δάχτυλο. Για πολλούς, ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος που έδειχνε να καταλαβαίνει τη γλώσσα της εποχής.

Ταυτόχρονα, μισήθηκε ακριβώς για αυτό. Για την έντονη παρουσία του στα μέσα, για τον πολιτικό του τόνο, για την αίσθηση πως η Εκκλησία επί των ημερών του δεν περιοριζόταν στο πνευματικό της έργο αλλά διεκδικούσε ρόλο πρωταγωνιστή στη δημόσια σφαίρα. Η σύγκρουση του με την κυβέρνηση Σημίτη το 2000, με αφορμή την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, υπήρξε σημείο καμπής. Οι ογκώδεις λαοσυνάξεις, τα συνθήματα, η ρητορική περί ταυτότητας και παράδοσης, συγκίνησαν χιλιάδες Έλληνες, αλλά ταυτόχρονα τρόμαξαν άλλους τόσους που είδαν σε αυτή τη στάση έναν επικίνδυνο εναγκαλισμό Εκκλησίας και πολιτικής.
Κι όμως, ακόμη και οι πιο σφοδροί επικριτές του δύσκολα αμφισβητούν το κοινωνικό του έργο. Η ίδρυση της ΜΚΟ «Αλληλεγγύη» και η ενίσχυση των κοινωνικών δομών της Εκκλησίας δεν ήταν διακοσμητικές κινήσεις. Σε μια εποχή που η κοινωνική συνοχή άρχιζε να εμφανίζει ρωγμές, ο Χριστόδουλος επέμεινε πως η Εκκλησία οφείλει να είναι παρούσα εκεί όπου το κράτος συχνά απουσιάζει. Για πολλούς ανθρώπους της καθημερινότητας, αυτό ήταν το πιο χειροπιαστό αποτύπωμά του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και το διεθνές του αποτύπωμα. Η υποδοχή του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ στην Αθήνα το 2001 αποτέλεσε ιστορική τομή, ένα άνοιγμα που ξεπέρασε αιώνες καχυποψίας μετά το Σχίσμα του 1054. Ήταν μια κίνηση που ξάφνιασε ακόμη και φίλους του, αλλά έδειξε πως ο Χριστόδουλος δεν ήταν μονοδιάστατος. Μπορούσε να υψώνει τόνους στο εσωτερικό και ταυτόχρονα να κάνει βήματα συμφιλίωσης στο διεθνές επίπεδο.
Η επιρροή του στους Έλληνες δεν μετριέται μόνο με αποφάσεις ή γεγονότα, αλλά με το συναίσθημα που άφησε πίσω. Για κάποιους υπήρξε πνευματικός ηγέτης που τους έδωσε φωνή και αυτοπεποίθηση. Για άλλους, προσωποποίηση ενός συντηρητισμού που αντιστεκόταν στον εκσυγχρονισμό. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται το βάρος της κληρονομιάς του. Ο Χριστόδουλος δεν άφησε κανέναν αδιάφορο. Ανάγκασε την κοινωνία να μιλήσει για την Εκκλησία, να συγκρουστεί μαζί της, να την ξανασκεφτεί.
Όταν εκοιμήθη στις 28 Ιανουαρίου 2008, μετά από μάχη με τον καρκίνο, έκλεισε ένας κύκλος γεμάτος ένταση. Σήμερα, κάθε μνημόσυνο δεν είναι απλώς μια τελετή μνήμης, αλλά μια υπενθύμιση ενός ερωτήματος που παραμένει ανοιχτό.
Ποια Εκκλησία θέλουμε και ποια Εκκλησία αντέχουμε. Ο Χριστόδουλος, με όλες τις αντιφάσεις του, έθεσε αυτό το ερώτημα όσο λίγοι. Και ίσως για αυτό, ακόμη και μετά τον θάνατο του, συνεχίζει να μας αφορά.
Ν.Π