Σε αυτό το ακριτικό χωριό, που βρίσκεται λίγες ανάσες μακριά από τα Ελληνοτουρκικά σύνορα τα οποία χωρίζει ο ποταμός Έβρος, ξεκινάμε το οδοιπορικό μας.
Οι Πετράδες πήραν το όνομα τους από τους πετράδες τεχνίτες που εγκαταστάθηκαν εδώ μόνιμα, χτίζοντας σπίτια, αυλές, εκκλησιές, σμιλεύοντας με τα χέρια τους την ίδια την ταυτότητα του τόπου. Παλαιότερα, το χωριό βρισκόταν σε άλλη θέση, στην τοποθεσία «Τσαρτσάρα», σχεδόν πάνω στο ποτάμι. Η ελονοσία όμως σύμφωνα με μαρτυρίες και οι συχνοί πνιγμοί παιδιών, ανάγκασαν τους κατοίκους να μετακινηθούν ψηλότερα. Απόφαση σκληρή, όμως αναγκαία.
Οι πρώτοι κάτοικοι λένε, ήταν ντόπιοι Θρακιώτες, πριν ακόμη φτάσουν οι πρόσφυγες του 1922, ενώ μια άλλη εκδοχή τους θέλει να έχουν ρίζες από τη Βόρειο Ήπειρο. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι Πετράδες είναι από τα παλαιότερα χωριά της περιοχής, δυστυχώς όμως χωρίς…συνέχεια.
Κάποτε ήταν ξακουστό χωριό. Όχι για τον πλούτο του (η φτώχεια ήταν βαθιά και επίμονη), αλλά για τους ανθρώπους του. Γλεντζέδες, ανοιχτόκαρδοι, με τραγούδι και χορό σε κάθε ευκαιρία. Δεν γράφτηκε τυχαία το δημοτικό τραγούδι «Πετραδιώτ’ χαρά θα κάμουν και τι χαρά θα γίν», που τραγούδησε ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης. Το τραγούδι ήταν αντανάκλαση μιας πραγματικότητας. Ενός χωριού που παρά τις στερήσεις, ήξερε να χαίρεται και να γλεντάει.
Τα χρόνια εκείνα τα παιδιά του χωριού μεγάλωναν σκληραγωγημένα, ελεύθερα. Έπαιζαν στις αλάνες με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια, γύριζαν στα χωράφια, κολυμπούσαν στον Έβρο προσέχοντας να μην περάσουν την οριογραμμή που χώριζε τις δύο χώρες. Οι Τούρκοι φαντάροι από την άλλη πλευρά τους απειλούσαν, μα τίποτα δεν τους φόβιζε!
Ύστερα ήρθε το μοιραίο. Η μετανάστευση.

Πρώτα προς την Αθήνα, έπειτα προς το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ολλανδία. Οι αυλές άδειασαν, οι φωνές λιγόστεψαν, ενώ το σχολείο που έσφυζε από ζωή, το αγκαλιάζουν πλέον οι πεσμένοι σοβάδες, τα χόρτα και η βρομιά!!!

Εκεί που κάποτε το κουδούνι έσκιζε τη σιωπή και δυο εκατοντάδες παιδιά γέμιζαν τις αίθουσες με φωνές, σήμερα ακούγεται μόνο ο αέρας να περνά από τα σπασμένα τζάμια. Το σχολείο κατέρρευσε! Οι εικόνες αδιάψευστος μάρτυρας.

Το σχολείο στους Πετράδες δεν έκλεισε επειδή οι άνθρωποι ξαφνικά ξέχασαν να γεννούν (κάποτε οι περισσότεροι ήταν πολύτεκνοι). Έκλεισε γιατί οι νέοι έφυγαν. Γιατί δεν υπήρχε δουλειά, γιατί δεν υπήρχε στήριξη, γιατί κάθε υπόσχεση είχε ημερομηνία λήξης μικρότερη κι από γιαούρτι.

Και τώρα οι ίδιοι που κοιτούσαν αλλού, ανακαλύπτουν με περισπούδαστο ύφος ότι «η περιφέρεια αιμορραγεί». Τι λέτε ρε. Όχι, δεν αιμορραγεί. Την αφήσατε απλά να ξεραθεί.
Tι ειρωνεία. Να στέκεσαι μπροστά σε ένα κτίριο που κάποτε έσφυζε από ζωή και να ακούς κάποιον πολιτικάντη, να διαβεβαιώνει ότι «καταβάλλονται προσπάθειες». Προσπάθειες; Γελάν και οι γάτες του χωριού, όσες έχουν απομείνει!

Σήμερα, οι μόνιμοι κάτοικοι μετριούνται πλέον στα δάχτυλα. Δυο-τρεις νέοι, έμειναν περισσότερο από πείσμα ή από έναν ρομαντισμό που αγγίζει τα όρια της τρέλας. Όσοι έφυγαν δεν γυρίζουν πίσω. Κι αλήθεια, να γυρίσουν για ποιο λόγο; Δουλειά δεν υπάρχει, ούτε προοπτική, μα ούτε και η κοινότητα που θα τους κρατήσει. Μόνο αναμνήσεις.
Έρχονται μόνο τα καλοκαίρια, για λίγες μέρες στον τόπο τους και το χωριό μοιάζει να ξαναβρίσκει τον παλιό του εαυτό. Τα σπίτια ανοίγουν, οι αυλές γεμίζουν και τα γλέντια, ιδίως τον Δεκαπενταύγουστο στο πανηγύρι, κρατούν μέχρι αργά. Είναι σαν να αρπάζει η ζωή τη μικρή της ευκαιρία και να ξαναγεννιέται, έστω και για λίγες μέρες.

Σε λίγα χρόνια ίσως να μιλάμε για τους Πετράδες, όπως μιλάμε για έναν χαμένο οικισμό. Θα βλέπουμε τις πέτρες, μα κανέναν Πετραδιώτη. Κι αν κάποιοι λίγοι, «τρελοί» με την καλή έννοια, επιμείνουν να ριζώνουν εδώ, θα το κάνουν περισσότερο ως πράξη αγάπης παρά ως επιλογή.
Το μέλλον, όσο κι αν πονά να το παραδεχτεί κανείς, δεν υπάρχει πια. Ο χρόνος σταμάτησε, για το χωριό. Και μαζί του, σταμάτησε και το μέλλον. Το μόνο που απέμεινε, είναι η σιωπή.
Α.Δ