Κάθε χρόνο, των Φώτων, οι ευχές πέφτουν βροχή. «Καλή φώτιση», λέμε μηχανικά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να αρκεί η λέξη από μόνη της για να συμβεί το θαύμα. Κι όμως, αν σταθούμε λίγο πιο ήσυχοι μετά το πέρας των εορτών, γεννιέται ένα άβολο ερώτημα: πόσοι από εμάς φωτιζόμαστε πραγματικά; Όχι για μια μέρα, όχι για όσο κρατά η γιορτή, αλλά βαθύτερα, εκεί που οι λέξεις δεν φτάνουν εύκολα.
Η αλήθεια είναι πως οι γιορτές λειτουργούν σαν σύντομες αναλαμπές. Μας συγκινούν, μας μαλακώνουν για λίγο, μας θυμίζουν τι θα μπορούσαμε να είμαστε. Όμως μόλις σβήσουν τα φώτα και επιστρέψουμε στην καθημερινότητα, ξαναφοράμε τις παλιές μας συνήθειες σαν γνώριμο παλτό. Ο εγωισμός βρίσκει πάλι χώρο, οι μικρές και μεγάλες κακίες επανέρχονται, τα μίση που είχαμε «παγώσει» ξεπαγώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Η φώτιση μένει συχνά στα λόγια, όχι στις πράξεις.
Ίσως γιατί η πνευματική φώτιση δεν είναι άνετη υπόθεση. Δεν χαρίζεται, ούτε έρχεται με ευχές. Απαιτεί να δούμε τον εαυτό μας χωρίς φίλτρα, να αναγνωρίσουμε ευθύνες, να παραδεχτούμε σκοτεινά σημεία που θα προτιμούσαμε να αγνοούμε. Κι αυτό πονάει. Είναι πιο εύκολο να περιμένουμε την επόμενη γιορτή, την επόμενη αφορμή για ένα ακόμα «καλή φώτιση», παρά να αλλάξουμε ουσιαστικά τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στους άλλους και στον ίδιο μας τον εαυτό.
Αν κάτι μας διδάσκουν τα Φώτα, δεν είναι η λάμψη της στιγμής, αλλά η ανάγκη για διάρκεια. Το φως που αξίζει δεν είναι αυτό που ανάβει για λίγο και σβήνει, αλλά εκείνο που καίει χαμηλά και σταθερά, ακόμα κι όταν δεν το βλέπει κανείς. Ίσως τελικά να φωτίζονται λίγοι, όχι επειδή οι υπόλοιποι δεν μπορούν, αλλά επειδή η αληθινή φώτιση δεν χωράει στην ευκολία των ευχών. Χωράει μόνο στην καθημερινή, σιωπηλή προσπάθεια να γίνουμε, έστω λίγο, καλύτεροι από χθες.
Η Γάτα του Έβρου