Η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ξεκινά πιλοτικά, σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τον έλεγχο και την αξιολόγηση γεφυρών σε όλη την έκτασή της, ανοίγοντας μια κρίσιμη συζήτηση για την πραγματική κατάσταση των υποδομών και τις παρεμβάσεις που πρέπει να προηγηθούν προτού τα προβλήματα γίνουν δυσκολότερα στη διαχείριση και δημιουργηθούν κίνδυνοι.
Για το θέμα μιλούν στα Μακεδονικά Νέα ο Ευάγγελος Σαπουντζάκης, Καθηγητής του ΕΜΠ στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, διευθυντής του Εργαστηρίου Στατικής και Αντισεισμικών Ερευνών, και ο Κωνσταντίνος Βενετίδης, Αντιπεριφερειάρχης Πολιτικής Προστασίας, Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών και Έργων.
Η προγραμματική σύμβαση μεταξύ Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου εγκαινιάζει μια νέα προσέγγιση που επιχειρεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια γενικότερη καταγραφή, επιθεώρηση και αξιολόγηση των γεφυρών, με στόχο την ιεράρχηση αναγκών, την έγκαιρη συντήρηση και εφόσον χρειαστεί, παρεμβάσεις για αποκατάσταση.
Σύμφωνα με τον κ. Ευάγγελο Σαπουντζάκη, Καθηγητή στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, Διευθυντή του Εργαστηρίου Στατικής και Αντισεισμικών Ερευνών, και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του ΕΜΠ, το εγχείρημα αφορά έναν μεγάλο αριθμό γεφυρών που έχουν ήδη καταγραφεί από τις Περιφερειακές Ενότητες, ωστόσο η παρέμβαση θα γίνει σταδιακά, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. «Έχουν μπει πάρα πολλές γέφυρες στη σύμβαση. Θα πάμε βήμα-βήμα», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι καθοριστικό ρόλο θα παίξει η προτεραιοποίηση.
Κεντρικός στόχος της συνεργασίας είναι, όπως εξηγεί στα Μακεδονικά Νέα, να διαμορφωθεί ένα αξιόπιστο σύστημα ιεράρχησης των παρεμβάσεων, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία του ΕΜΠ. «Αυτό που ζητάνε στην ουσία είναι να μπορέσουμε να κάνουμε μια σωστή προτεραιοποίηση», τονίζει, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία δεν αφορά μόνο την καταγραφή, αλλά και τη λήψη αποφάσεων για το πού πρέπει να κατευθυνθούν άμεσα οι πόροι, ενώ στις αρμοδιότητες της Επιστημονικής Ομάδας του ΕΜΠ, θα είναι και η σύνταξη των σχετικών μελετών, οι οποίες θα υλοποιηθούν στη συνέχεια από την Περιφέρεια.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το γεγονός ότι το ΕΜΠ, μέσω του ΚΕΔΙΒΙΜ, αποτελεί τον μοναδικό φορέα στην Ελλάδα που πιστοποιεί επιθεωρητές γεφυρών, με τη σχετική διαδικασία να έχει ξεκινήσει από τον Νοέμβριο του 2023, σε εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου που τέθηκε τότε σε ισχύ. Όπως αναφέρει ο κ.Σαπουντζάκης ο οποίος είναι ο Επιστημονικός Υπεύθυνος στο συγκεκριμένο πρόγραμμα επιμόρφωσης, «το ΦΕΚ υποχρεώνει πλέον τους αρμόδιους φορείς, δηλαδή τις Περιφέρειες, να προχωρούν σε καταγραφή, αποτύπωση, επιθεώρηση, αξιολόγηση, συντήρηση και αποκατάσταση», θέτοντας τις βάσεις για μια οργανωμένη πολιτική συντήρησης.

Παράλληλα, η σύμβαση περιλαμβάνει και τη μεταφορά τεχνογνωσίας προς τις τεχνικές υπηρεσίες των Περιφερειακών Ενοτήτων. «Σκοπεύουμε όχι μόνο να προτεραιοποιήσουμε τα προβλήματα, αλλά και να επιμορφώσουμε τους ανθρώπους, ώστε μετά να μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά μόνοι τους», επισημαίνει, δίνοντας έμφαση στη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
Σε ό,τι αφορά την κατάσταση των υποδομών, ο Καθηγητής αποφεύγει δραματικούς χαρακτηρισμούς, αλλά αναγνωρίζει την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. «Υπάρχουν τεχνικά που χρήζουν άμεσης συντήρησης, ενώ άλλα είναι σε πολύ καλή κατάσταση», αναφέρει, εξηγώντας ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η πρόληψη της επιδείνωσης. «Αν αφήσουμε τα προβλήματα να εξελιχθούν, το κόστος επιδιόρθωσης είναι πολύ μεγαλύτερο από το να το προλάβουμε». Ο ίδιος, πάντως, ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα ασφάλειας των πολιτών, επιμένοντας κυρίως στην ανάγκη έγκαιρης παρακολούθησης και συντήρησης των υποδομών.
Η φθορά των γεφυρών αποδίδεται κυρίως στην ηλικία και στην έλλειψη συστηματικής συντήρησης. «Ο κάθε φορέας έχει ένα όριο ζωής, αλλά αν τον συντηρήσεις μπορείς να το μεγαλώσεις πάρα πολύ. Αν τον αφήσεις χωρίς συντήρηση, μικραίνεις το χρόνο ζωής του», τονίζει χαρακτηριστικά.
Σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, διευκρινίζει ότι δεν αποτελεί άμεσο παράγοντα υποβάθμισης της στατικής επάρκειας, αλλά δοκιμάζει τον αρχικό σχεδιασμό των έργων.
Παράλληλα, ο κ. Σαπουντζάκης επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ολοκληρωμένο εθνικό σύστημα παρακολούθησης των γεφυρών, καθώς κάθε Περιφέρεια είναι υπεύθυνη για τις γέφυρες που βρίσκονται εντός της χωρικής της αρμοδιότητας, στοιχείο που εξηγεί και τη σημασία της παρούσας πρωτοβουλίας. Όπως τονίζει, η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη είναι η πρώτη Περιφέρεια που ξεκινά πιλοτικά αυτή τη διαδικασία, με την εμπειρία που θα αποκτηθεί να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και για την επόμενη εφαρμογή αντίστοιχων ελέγχων σε άλλες περιοχές της χώρας.
Σε ό,τι αφορά τις ιδιαιτερότητες που μπορεί να εμφανίζουν οι υποδομές ανά περιοχή, σημειώνει ότι, από την εμπειρία του, σε ορεινές περιοχές τα προβλήματα μπορεί να είναι μεγαλύτερα, ενώ αυξημένες επιβαρύνσεις μπορεί να εμφανίζονται και σε περιοχές κοντά στη θάλασσα, λόγω διάβρωσης και οξείδωσης.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος εκτιμά ότι η θεσμική παρέμβαση που έχει ήδη ξεκινήσει κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. «Η κίνηση με το ΦΕΚ του 2023 είναι σε πάρα πολύ καλό δρόμο», σημειώνει, προσθέτοντας ότι για πρώτη φορά τίθεται με σαφήνεια η ανάγκη για οργανωμένη διαχείριση των τεχνικών έργων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη στάση των τοπικών υπηρεσιών, οι οποίες –όπως λέει– αναγνωρίζουν την κρισιμότητα του ζητήματος. «Με όλες τις Περιφερειακές Ενότητες με τις οποίες έχω έρθει σε επαφή, βρήκα πολύ καλή ανταπόκριση και πραγματικά βρήκα ανθρώπους οι οποίοι μου είπαν ότι “επιτέλους να γίνει αυτό το πράγμα, γιατί το θέμα της συντήρησης των υποδομών μας είναι καίριο”. Και αυτό πραγματικά μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση», αναφέρει.
Από την πλευρά της Περιφέρειας, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτικής Προστασίας, Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών και Έργων, Κωνσταντίνος Βενετίδης, υπογραμμίζει στα Μακεδονικά Νέα ότι η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη επιχειρεί να θέσει ένα νέο πρότυπο διαχείρισης των συγκεκριμένων υποδομών. Όπως τονίζει, «είμαστε η πρώτη Περιφέρεια που δοκιμάζει αυτή τη διαδικασία ελέγχου», με βασικό στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας.
Η σύμβαση με το ΕΜΠ, όπως εξηγεί, προβλέπει ότι σε περίπτωση εντοπισμού προβλημάτων θα εκπονούνται και οι σχετικές μελέτες αποκατάστασης, ενώ διαβεβαιώνει ότι το ζήτημα της χρηματοδότησης δεν θα αποτελέσει κανένα εμπόδιο. «Αν υπάρχει πραγματικά επικινδυνότητα σε κάποια γέφυρα, δεν υπάρχει περίπτωση – από αλλού θα κόψουμε για να την κάνουμε», σημειώνει χαρακτηριστικά.